Πρωινό ξύπνημα. Μικρή βεράντα με γλάστρες ανθισμένες δίπλα σε βαθιά πράσινα κάγκελα. Ξύλινο τραπεζάκι, παρέα του δυό καρεκλίτσες. Στη μια εγώ. Στην άλλη η διάθεσή μου. Πίνουμε ελληνικό και τα λέμε σαν καλές φιλενάδες. «Έλα να σου πω το φλιτζάνι», της λέω και βάζει τα γέλια. «Το φλιτζάνι δε λέει παρά μόνο παρά εκείνα που ξέρεις ήδη. Απλά φοβάσαι να τα δεχτείς», μου ανταπαντά με σκέρτσο. Την κοιτάω με απορία. Πολύ φιλοσοφημένη είναι αυτή η διάθεση σήμερα! Βρε λες να έχει δίκιο; Σα να ξαναξύπνησα.

            Ο ήλιος αρχίζει να ανεβαίνει τα γαλάζια σκαλοπάτια και το χάδι του γίνεται γεμάτο άγγιγμα, σχεδόν αγκαλιά. Η διάθεσή μου ακάθεκτη, απέναντι να ρεμβάζει και να χάνεται σε ονειρικές θέες. Γιατί η μικρή μου βεράντα, αν και ένα κομμάτι καθημερινής απόδρασης, καμιά ιδιαίτερη θέα δεν προσφέρει. Την κοιτώ ξανά. Έχει ομορφύνει θαρρώ. Έχει ξανά εκείνη τη γνώριμη αίσθηση του καινούργιου, της εξερεύνησης του αγνώστου, της αρχής ενός πιθανού έρωτα. Ναι, αυτό είναι! Μα είναι ερωτευμένη; Πότε, πώς, πού; Φοβάμαι να τη ρωτήσω μήπως και μου κρυφτεί. Θα το πάρω το ρίσκο. Μισή ντροπή δική της, μισή δική μου.

«Να σου πω», της λέω αδιάφορα τάχα, «τι συμβαίνει με εσένα και κοιτάς τις δροσοσταλίδες στα λουλουδοπέταλα; Ερωτευμένη είσαι;» Γυρνάει το κεφάλι με κόπο και με κοιτά από κάτω μέχρι πάνω. Το χειρότερο είναι το μειδίαμα που έχει σχηματίσει. Μου φαίνεται ότι με περνάει για χαζή. Λες και δεν την ξέρω εγώ τόσα χρόνια! «Αποφάσισα», λέει με στόμφο, μετά από διαδηλώσεις σκέψεων που λάμβαναν χώρα στα καντούνια του μυαλού μου, «να είμαι ερωτευμένη χωρίς να υπάρχει ενδιαφερόμενος. Το βρίσκω αναζωογονητικό, ελπιδοφόρο, επαναστατικό, αισιόδοξο και βάλε και ό,τι άλλο θες. Μια ζωή κλαίμε γιατί δεν έχουμε εκείνον που θέλουμε και όταν τον έχουμε κλαίμε γιατί δεν είναι αυτό που προσδοκούσαμε. Ε, λοιπόν τέρμα. Αποφάσισα!»

Άλλη μια γύρα διαδηλώσεων με πανό από ερωτήσεις στα τσαλαπατημένα πλέον καντούνια. «Τι εννοείς;», της λέω, «πώς μπορείς να είσαι ερωτευμένη χωρίς να υπάρχει ενδιαφερόμενος; Και αυτό σημαίνει ότι αποκλείεις τον πραγματικό έρωτα για τον πλασματικό σου;» Κατάλαβε ότι με αναστάτωσε νομίζω και με πιάνει από το χέρι. «Κατερινάκι, μην τρομάζεις. Εγώ είμαι, η διάθεσή σου. Άκου τι κάνω. Έχω βρει μια στιγμή όμορφη, ένα συναίσθημα, από έναν μεγάλο έρωτα. Για την ακρίβεια είναι δυό μηνύματα. Ένα που έστειλα εγώ, ένα που μου απάντησε εκείνος. Ανακαλώ το συναίσθημα αυτό, όχι απαραίτητα για να νιώσω ερωτευμένη αλλά για να νιώσω γενικότερα όμορφα. Για να τα λέω ίσως πιο συχνά με τους φίλους μου, την αυτοπεποίθησή και τον αυτοσεβασμό. Δεν το βρίσκω ιδιαίτερα κακό. Κάτι τέτοιο δεν κάνουν άλλωστε και οι υπνοτιστές;»

Δε μπορώ να πω, είμαι ακόμα τρομαγμένη. Πίνω μια γουλιά ελληνικό πριν αρχίσει να κρυώνει. Φοβάμαι μήπως φτάσει σε σημείο να υποκαταστήσει τη ζωή με την πλαστή αναπαραγωγή συναισθημάτων. «Εννοείς πως προτιμάς να αναπαράγεις το συναίσθημα αυτό αντί να βγεις έξω και να ζήσεις ένα αυθεντικό;», επανατοποθετούμαι. «Το αντίθετο θα έλεγα», λέει προς έκπληξή μου, «το ότι νιώθω όμορφα σημαίνει ότι δε νιώθω πια μίζερα. Έχω όρεξη για όλα, να βγω έξω, να γιορτάσω, να ζήσω, να ερωτευτώ ξανά. Νιώθω πως μπορώ να κατακτήσω τον κόσμο. Ξανά. Μετά από πολύ καιρό».

«Και εκείνος; Εκείνος από τον οποίο παίρνεις την αφορμή;» Ώπα, νομίζω πως την έπιασα. Χαμηλώνει το βλέμμα σκεπτική. Επιτέλους γιατί από το πρωί μου το παίζει υπεράνω. «Εκείνος…Εκείνος δεν είναι πια προορισμός, αφορμή ναι, αλλά όχι προορισμός. Τον κουβαλώ πάντα μέσα μου. Σαν κάτι πολύτιμο, να φοβάμαι μη μου σπάσει». Αχ βρε διάθεσή μου, ερωτευμένη είσαι ναι. ‘Οχι επειδή ανακαλείς το συναίσθημα. Αλλά επειδή ακόμα εκείνος ζει μέσα σου…