Κυριακάτικο βράδυ. Έξω λυσομανάει ο άνεμος, ο ατέρμονος. Στο βάθος κραυγές από κάποιο πάρτι. Κάθομαι στο κρεβάτι και προσπαθώ να ξεκολλήσω τα χνώτα της ημέρας από πάνω μου. Πληγές και χρώματα. Πίστεψα και ίσως ακόμα να πιστεύω. Ναι αυτό είναι που με πονάει. Η ελπίδα. Ιχνηλατώ τα συντρίμια μιας ψυχής που επέστρεψε. Από την κόλαση ή από τον παράδεισο. Τι σημασία έχει; Επέστρεψε μαζί με ελπίδα. Και αυτό είναι που πονάει. Να την απελευθερώσω θέλω. Από την ελπίδα. Δε ξέρω αν μπορώ να το κάνω μόνη, πάντα χρειαζόμουν το βλέμμα κάποιου, όχι όποιου όμως. Και η ψυχή δε χρειαζόταν ελπίδα, γιατί είχε όνειρο. Το πάρτι συνεχίζεται, οι φωνές δυναμώνουν. Μετράω πληγές…Πόση ψυχή μου έμεινε; Το κάθε αύριο ίδιο με σήμερα. Η ψυχή γύρισε, χωρίς το όνειρο. Εκείνο ξεχασμένο σκονίζεται στα ντουλάπια κάποιας αποθήκης ονείρων. Εκεί μαζί με τα άλλα. Στα τρία το ένα δώρο. Στοιβαγμένα αναδύουν ακόμα υποσχέσεις δυνητικών ζωών. Υπάρχουν λάθος όνειρα; Υπάρχουν όνειρα που δεν έχεις δικαίωμα να πραγματοποιήσεις; Όνειρα που δεν έχεις το δικαίωμα να διεκδικήσεις; Υπάρχουν όνειρα που σε τιμωρούν που τα πόθησες; Που τα λαχτάρησες; Μάλλον. Γιατί και τα όνειρα έχουν τα όρια τους τελικά. Και αλοίμονο σε εκείνον που διεκδίκησε όνειρο που δεν του αναλογούσε. Το όνειρο μπαίνει σε υποθήκη. Γιατί δεν είχες να το πληρώσεις. Και έτσι μένεις χωρίς όνειρο. Με την ελπίδα για απόδειξη, απόδειξη ότι κάποτε ονειρεύτηκες….